Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα την πόλη και την έλλειψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα την πόλη και την έλλειψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

2.2.09

καταστροφή αναπότρεπτη



Αλλά αυτή που μπορούμε να προβλέψουμε;
Αυτή που προδιαγράφεται μπροστά στα μάτια μας; Αυτή με την οποία συνηγορούμε; Αυτή στην οποία συμμετέχουμε (έστω και με το να μη συμμετέχουμε στην ανάσχεσή της);

- Και τώρα; Τι κάνουμε;

Η προσωπική μας ευτυχία δεν ξεχωρίζεται από τη συλλογική. Η συλλογική μας δυστυχία δεν αποχωρίζεται τα πρόσωπα.

Η συνειδητοποίηση είναι το κατώτερο στάδιο της κατανόησης. Και μάθηση, δηλαδή γνώση, σημαίνει ενεργοποίηση, αλλαγή, πράξη.


Η φωτογραφία είναι του πατέρα μου: μετά το καλοκαιρινό χαλάζι.

- Και τώρα; Τι γίνεται;

1.2.09

Όπως είπαμε...

... η κατανόηση είναι το χαμηλότερο επίπεδο μάθησης -το υψηλότερο είναι η δυνατότητα αξιολόγησης και αυτοαξιολόγησης.

http://giannaras.wordpress.com/
(η σημερινή καταχώρηση).

Συνοδεύω το παραπάνω άρθρο με το απόσπασμα:

Ο Max Weber κάνει διάκριση ανάμεσα σε 3 διαφορετικά είδη εξουσίας: την παραδοσιακή, τη χαρισματική και την ορθολογική ή νομιμοποιημένη.
Η παραδοσιακή στηρίζεται στην οφειλόμενη προς τον (κληρονομικώ δικαιώματι και ελέω Θεού) αρχγό υποταγή και νομιμοποιείται από τις υπερφυσικές δυνάμεις με τις οποίες οι σχετικές δοξασίες συνδέεουν την αναρρίχησή του στην εξουσία. Ασκείται από πρόσωπα του οικογενειακού και του άμεσα συγγενικού περιβάλλοντος του σφετεριστή του θρόνου, από τον οποίο και εξαρτώνται κατά διάφορους τροπους.
Η χαρισματική εξουσία ανάγεται στους χαρισματικούς ηγέτες, οι οποίοι διαθέτουν ασυνήθιστα εξαιρετικές δυνάμεις και ικανότητες. Η νομιμότητά της πηγάζει από το πρόσωπο του ίδιου του ηγέτη, ο οποίος εκπροσωπεί τη ρήξη με το παρελθόν. Η εξουσία ασκείται από τους οπαδούς που τον περιστοιχίζουν και το κύριο πρόβλημα των χαρισματικών ηγεσιών είναι η ασυνέχεια, επειδή η διαδοχή ενός χαρισματικού ηγέτη συνδέεται με τη μετατροπή της εξουσίας σε παραδοσιακή ή νόμιμη-ορθολογική.
Στις σύγχρονες κοινωνίες προσιδιάζει η τρίτη μορφή εξουσίας, η νομιμοποιημένη ή ορθολογική, η οποία θεμελιώνεται στους θεσμούς με την τυπική τους λειτουργία, στην απρόσωπη και ορθολογική έννομη τάξη. Η εξουσία στις κοινωνίες αυτές νομιμοποιείται από το σεβασμό στους θεσμούς, και όχι στα πρόσωπα ή στην ιερότητα της θέσης τους, και ασκείται από τα θεσμοθετημένα όργανα και τον γραφειοκρατικό μηχανισμό, ένα τυπικό σύστημα καταμερισμού αρμοδιοτήτων.

Από το είδος της εξουσίας καθορίζεται και ο προορισμός του σχολείου.

[Weber, M. Bασικές έννοιες της Κοινωνιολογίας, Μ.Κυπραίος(μτφ)]
Πόρποδας, Κ. Εισαγωγή στην Παιδαγωγική Επιστήμη: Σχολείο, Αγωγή και Κοινωνία, 165




4.1.09

Δεν βρίζω κανέναν

Δεν βρίζω κανέναν. Δεν θέλω να αυξήσω την απόγνωση προσθέτοντας το δικό μου λιθάρι βρισιών, καταγγελιών, αρνητικών συναισθημάτων, νεκροφανειών, ανταγωνισμών. Δεν βλέπω ελπίδα σε αυτήν την πρακτική που τόσο μεγαλοφώνως ακολουθείται, που γίνεται ιδεολογία και μηδενισμός, που γίνεται κομμάτιασμα, που γίνεται φόνος, που γίνεται συνήθεια, που γίνεται ξέσπασμα επαναλαμβανόμενο και αυτοκαταναλισκόμενο, που γίνεται ζωή μερικότητας.
Δεν μπορώ όμως εύκολα να αντιτάξω μια άλλη μορφή μερικότητας: ένα σύμπλεγμα ονειρώξεων αβάσιμων με κριτήρια καθημερινής κοινωνικής εμπειρίας. Αλλά πού οδηγούμαστε κατακεραυνώνοντας ο ένας τον άλλο χωρίς επιπτώσεις και αποτέλεσμα, αναμυρηκάζοντας τα χιλιοφαγωμένα λόγια που αναπροσαρμόζουμε στις νέες αφορμές, αποκόπτοντας τον εαυτό μας από το κοινωνικό σύνολο, ιδιωτεύοντας πραγματικά στο λόγο όσο και στην πράξη;
Θέλω να αναγνωρίσω τα προβλήματα που με ταλαιπωρούν και να αποδώσω ευθύνες; Θέλω να αλλάξει η ζωή μου; Θέλω να δώσω αξία στο λόγο μου, στην ύπαρξή μου, στο μυαλό μου, στην καθημερινότητά μου, δηλαδή σε κάθε φύσης σχέση μου μες στη ζωή; Πρέπει, και εδώ μοιάζει μονόδρομος η ιδιωτεία, να απαιτήσω κάτι να εφαρμοστεί σύμφωνα με την προσωπική αξίωση της αξιοπρέπειάς μου. Είμαι μόνη. Είμαι μόνη και δουλεύω όσο μπορώ πιο σωστά. Δεν θέλω να εξαπατήσω κανέναν. Δεν κλέβω κανέναν. Είμαι ευγενική με τους ανθρώπους, ακόμη και όταν παραλογίζονται κι όταν με εξαπατούν. Βγάζω συμπεράσματα για τα κρίσιμα ζητήματα που με αφορούν και προσπαθώ να τα συγκρατώ στη μνήμη μου. Αλλάζω. Δεν ζω στα σύννεφα ούτε τρέφομαι με όνειρα. Προσπαθώ να μην πλήττω και να μην παραδίνομαι εύκολα. Κάθε φορά που αποτυγχάνω, καταλαβαίνω την αρρώστια μέσα μου του θανάτου. Και τότε θέλω να βρίσω και θέλω να φύγω από τη χώρα που με περιέβαλλε με την ασθένεια και με κόλλησε. Και είμαι ξανά μόνη, κι αυτή τη φορά εντελώς αδύναμη, εξευτελισμένη.

30.11.08

Η ώρα

Κατεβαίνοντας σήμερα στην πόλη, το μάτι μου έψαχνε να βρει έναν αδύναμο ήχο της ζωής που σαν χορδή πάλλεται. Τα κτίρια που στήνουν ένα σκηνικό για όλο το πλήθος των ανθρώπων που περνοδιαβαίνουν ήταν σαν πρόσωπα σκληρά και γερασμένα. Το κέντρο της Θεσσαλονίκης είναι ένα σκηνικό σκληρό και αυτό το γήρας δεν ευαγγέλεται σπουδαία σοφία. Νομίζω ότι κάποτε είχα την αίσθηση πως μέσα απ' τις στενές τις μπαλκονόπορτες θα αγνάντευα σημεία πλούτου ζωής και σκέψης, αποτυπωμένα σε συμμαζέματα αντικειμένων, σε γωνιές, σε επιλογές επίπλων και, κυρίως, φωτιστικών, σε απλωμένα ρούχα, σε κορνίζες και ζωγραφιές ή κεντήματα στους τοίχους, σε φευγαλέες εικόνες ανθρώπων μέσα στο βασίλειό τους, εκεί που απολάμβαναν τη ροή καθε μέρας, που εύρισκαν ησυχία, που έστηναν το σκηνικό της επιλογής τους, εκεί που σώρευαν στιγμές. Τι χαρά εύρισκα να μετράω μπουγάδες καθαρών ρούχων στα μπαλκόνια (τι τύχη αυτή η πολυχρωμία καθαρότητας), να υπονοώ γεροδεμένες οικογένειες με μωρά που κλαιν μέσα στη νύχτα όταν βγάζουν τα πρώτα τους δόντια, με μικρά παπουτσάκια και παιχνίδια πεταμένα στα μπαλκόνια, με χρωματιστά φουρφούρια που γνέφουν στον αέρα. Κάποιες ώρες τα σπίτια θα τα βλέπει ίσως ο ήλιος ως βαθιά, και θα ζεσταίνονται οι καρδούλες των ανθρώπων εκεί μέσα. Φοιτητές χωμένοι στα βιβλία, παππούδες που τσακώνονται με τις γριές τους για τα ψώνια, μυρωδιές από ζεστό φαί, τιτιβίσματα από καναρίνια, φυτά, παρέες που μοιράζονται τις έγνοιες τους καθώς πεινάνε και, με τον καφέ και το γλυκό, έχουν περάσει σε άλλο θέμα, πιο αφηρημένο, πιο αληθινό. Δεν έχει μείνει παρά αυτό σαν όνειρο μιας ηλικίας προσωπικής. Μια αφέλεια, κουταμάρα νωθρή.
Σμήνη από μικρά και μεγαλύτερα πουλιά κατοικοεδρεύουν στα μεγάλα δέντρα και ελάχιστοι τα παίρνουν είδηση. Θηρία ολόκληρα αδέσποτα περνούν από τις διαβάσεις των λεωφόρων, κοιμούνται στις εισόδους των πολυκατοικιών. Γάτες στα πάρκα γατζώνονται στα κλαδιά κυνηγώντας, συνήθως ρεμβάζουν κατά τυχαίες ομάδες σε ακαλύπτους. Οι κομπάρσοι αυτοί, επειδή δεν έχουν αναπτύξει σκέψη για να τη στομώσουν, ζουν πληρέστερα την κτηνωδία του θεατρικού μας έργου.