31.12.08

Η Ντροπή είναι ο μανδύας της Περηφάνειας

Ο William Blake γράφει, υποθέτω για κάθε καινούρια χρονιά:
Τον καιρό της σποράς μάθαινε,
τον καιρό του θερισμού δίδασκε,
τον χειμώνα απολάμβανε.
Αυτός που επιθυμεί αλλά δεν πράττει, γεννάει την πανούκλα.
Η εργατική μέλισσα δεν έχει καιρό για τη θλίψη.
Τις ώρες της τρέλλας τις μετράει το ρολόι,
της σοφίας κανένα ρολόι δεν μπορεί να τις μετρήσει.
Η πιο υψηλή πράξη είναι να επιδιώκεις μιαν άλλη.
Ο αετός δεν έχασε ποτέ του τόσο χρόνο,
όσο τότε που βάλθηκε να μάθει απ' το κοράκι.
Η στέρνα περιέχει. Η κρήνη ξεχειλίζει.
Το σφρίγος είναι Ομορφιά.
Μια σκέψη γεμίζει το άπειρο.

Enough! or Too much
Proverbs of Hell, 1793



30.12.08

[Δεν πείσθηκα ακόμη]


Δεν πείσθηκα ακόμη.
Το λεξιλόγιο έρεε τραχύ.
Δίνουμε μόνο τα στοιχεία.


Τα ήσυχα στενόχωρα βουνά και τα δέντρα
Τα μικρά πλατάνια ζευγαρώνουν με τα βήματα
Οι βράχοι στο νερό.


Καθισμένη κάτω απ' τον πλάτανο έβλεπα
Με τα μάτια ανοιχτά
Μια νύχτα άλλη.
Το θαλάσσιο τοπίο να είχα.

[η πόλη]

Τα μικρά λουλούδια είναι κλεισμένα
Το πουλί χουρνιασμένο.

Η ντροπή είναι για 'μένα ένα ποίημα.
Που κλώθεται στα χέρια μου
Χωρίς να ξέρω
Να εκφέρω τίποτε.
Το ράμφος της νίκης είναι απότομο
Σα νερό που χτυπάει και σπρώχνει κύματα.
Μουλιασμένο νερό απ' την ίδια τη θάλασσα που το στέλνει
Κι επιστρέφοντας, με τα βότσαλα βαλμένα
Στη θέση τους,
Το νερό σκίζεται σε
Αφρό.

Ποια λογική οπτασία είναι ο άνθρωπος.
Κουμπωμένος στη γη
Ανεβάζει στον κόπο
Τη γιατρειά του.
Ρουφάει ένα κιτρινωπό μελίσσι
Μες στη μέρα κοκκινίζοντας
Από
Από
Μια ντροπή μεγαλύτερη απ' τα σχήματα.

Μα δε συλλογιέται ότι νίκησε
Παρά στέλνει
Άδηλα νυφικά ρούχα στη νύφη του.

Και τότε το χορτάρι ανθίζει
Πρασινίζει η μπόρα
Το καρεκλάκι του παππού έξω απ' την πόρτα βρέχεται
Ο οντάς της γιαγιάς κρεμιέται αναμνηστικά απ' τον τοίχο
Το πετσετάκι του κόσμου
Αντικαθίσταται.

Τότε κυλάει ένα πρωινό.
Όπου τα μέτρα έχουν σκιρτήσει
Μες στην πλάση
Στέλνοντας πλήθος εκτιμήσεις κι αφορμήσεις
Χωρίς άνθρωπο.

Η κοπελιά γεμίζει από το σύννεφο
Κι ο εργάτης πάγο
Πάει
Και
Φέρνει.
Γεμάτη απόγνωση κι αιχμηρή ευτυχία
Είναι η σακούλα.


Νοέμβρης, 2005

29.12.08

Θα ανοίξω στο χρόνο μια σειρά παλιών διαλόγων

Συζητώντας στο χρόνο, ένα απόθεμα
εμπνέεται
κι επικαλείται.
Η χειράμαξα κι η
χειρογράφος
πλέον δεν θα υπάρχουν.
2
Το σταχτί γράμμα μέσα στις γραμμές.
3
Το βυθισμένο
4
Απόγευμα.

19.12.08

Ελπίδα υπεράνω της πραγματικότητας

«Λάμπει μέσα μου εκείνο που αγνοώ, μα ωστόσο λάμπει».

17.12.08


Η ζωή είναι γεμάτη ασχήμιες (από ΄να σημειωματάριο του Βάρναλη).

Να μείνουμε να δούμε το τέλος (Γιανναράς, 10.12.2008)


Έχω γεμίσει πρόσωπα, έχω γεμίσει με αναζήτηση προσώπων. Μέσα στο χώρο μου, μέσα στην καρδιά μου. Έχω βάλει καρέκλα απέναντι από την καρέκλα μου, καρέκλα ανοιχτή. Δεν είναι για να κάτσω αν θέλω εκεί ή εκεί, ανάλογα με την ανάγκη της στιγμής μου. Είναι ένα κενό ανθρώπινο που καλώ να γεμίσει. Οι ζωγραφιές με πρόσωπα με βλέπουν γύρω-γύρω. Μέσα στη μοναξιά, οι άνθρωποι εμφανίζονται, πάνε και έρχονται, και δεν μπορούνε εύκολα να μείνουν, δεν μπορώ να τους ψαύσω. Και είναι ανθρωπινότεροι οι άνθρωποι που, ακόμη και πέραν του θανάτου τους, τους αγαπώ, τους ζητώ και μου απαντούνε.

30.11.08

Η ώρα

Κατεβαίνοντας σήμερα στην πόλη, το μάτι μου έψαχνε να βρει έναν αδύναμο ήχο της ζωής που σαν χορδή πάλλεται. Τα κτίρια που στήνουν ένα σκηνικό για όλο το πλήθος των ανθρώπων που περνοδιαβαίνουν ήταν σαν πρόσωπα σκληρά και γερασμένα. Το κέντρο της Θεσσαλονίκης είναι ένα σκηνικό σκληρό και αυτό το γήρας δεν ευαγγέλεται σπουδαία σοφία. Νομίζω ότι κάποτε είχα την αίσθηση πως μέσα απ' τις στενές τις μπαλκονόπορτες θα αγνάντευα σημεία πλούτου ζωής και σκέψης, αποτυπωμένα σε συμμαζέματα αντικειμένων, σε γωνιές, σε επιλογές επίπλων και, κυρίως, φωτιστικών, σε απλωμένα ρούχα, σε κορνίζες και ζωγραφιές ή κεντήματα στους τοίχους, σε φευγαλέες εικόνες ανθρώπων μέσα στο βασίλειό τους, εκεί που απολάμβαναν τη ροή καθε μέρας, που εύρισκαν ησυχία, που έστηναν το σκηνικό της επιλογής τους, εκεί που σώρευαν στιγμές. Τι χαρά εύρισκα να μετράω μπουγάδες καθαρών ρούχων στα μπαλκόνια (τι τύχη αυτή η πολυχρωμία καθαρότητας), να υπονοώ γεροδεμένες οικογένειες με μωρά που κλαιν μέσα στη νύχτα όταν βγάζουν τα πρώτα τους δόντια, με μικρά παπουτσάκια και παιχνίδια πεταμένα στα μπαλκόνια, με χρωματιστά φουρφούρια που γνέφουν στον αέρα. Κάποιες ώρες τα σπίτια θα τα βλέπει ίσως ο ήλιος ως βαθιά, και θα ζεσταίνονται οι καρδούλες των ανθρώπων εκεί μέσα. Φοιτητές χωμένοι στα βιβλία, παππούδες που τσακώνονται με τις γριές τους για τα ψώνια, μυρωδιές από ζεστό φαί, τιτιβίσματα από καναρίνια, φυτά, παρέες που μοιράζονται τις έγνοιες τους καθώς πεινάνε και, με τον καφέ και το γλυκό, έχουν περάσει σε άλλο θέμα, πιο αφηρημένο, πιο αληθινό. Δεν έχει μείνει παρά αυτό σαν όνειρο μιας ηλικίας προσωπικής. Μια αφέλεια, κουταμάρα νωθρή.
Σμήνη από μικρά και μεγαλύτερα πουλιά κατοικοεδρεύουν στα μεγάλα δέντρα και ελάχιστοι τα παίρνουν είδηση. Θηρία ολόκληρα αδέσποτα περνούν από τις διαβάσεις των λεωφόρων, κοιμούνται στις εισόδους των πολυκατοικιών. Γάτες στα πάρκα γατζώνονται στα κλαδιά κυνηγώντας, συνήθως ρεμβάζουν κατά τυχαίες ομάδες σε ακαλύπτους. Οι κομπάρσοι αυτοί, επειδή δεν έχουν αναπτύξει σκέψη για να τη στομώσουν, ζουν πληρέστερα την κτηνωδία του θεατρικού μας έργου.

27.11.08

ΣΠΟΡΟΣ ΣΙΝΑΠΕΩΣ

Ξεκινώντας. Ημέρα Πέμπτη και ώρα απογευματινή.